Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

Οικογενειακά Χριστούγεννα






    O Χρήστος άρχισε να κατεβαίνει χαρούμενος το δρόμο προς το σπίτι. Το σχολείο είχε τελειώσει μια ώρα νωρίτερα και γύριζε μόνος αφού ύστερα από πολυήμερες διαπραγματεύσεις με τη μητέρα του, είχε κερδίσει τη δυνατότητα να γυρίζει χωρίς καμία απολύτως συνοδεία. Εντάξει, ήταν ακόμα υπό δοκιμή… Έτσι κι αλλιώς δεν ζούσε δα και σε κάποια μεγάλη πόλη σαν αυτές που ονειρευόταν να δει από κοντά, αλλά σε χωριό. Ένα γραφικό καταπράσινο χωριό, που το διασχίζει ο ποταμός Σελινούντας και εκεί συνήθιζε να τον πηγαίνει ο παππούς του για ψάρεμα, σαν επιβράβευση όταν είχε κάνει τα μαθήματά του.

    Περπατώντας στο λιθόστρωτο που ήταν ακόμα βρεγμένο από την πρωινή μπόρα, μπορούσε να βλέπει από μακριά τα πλατάνια, τις ροδιές, τις ελιές φορτωμένες έτοιμες για μάζεμα. Ο δρόμος του τον έφερε από την πλατεία, στο κέντρο της οποίας δέσποζε στολισμένο το μεγάλο δέντρο. 
    Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν και όλοι ετοιμάζονταν για τη μεγάλη γιορτή. Πόσο μάλλον η οικογένειά του που γιόρταζαν και το όνομα του παππού μαζί με το δικό του. Ήθελε να γυρίσει γρήγορα, να προλάβει τον αγαπημένο του παππού πριν το μεσημεριανό φαγητό! Να του πει για το μπράβο που του είπε η δασκάλα και να ακούσει όσα θαυμάσια είχε να του πει. 
   Α! Οι δύο συνωνόματοι είχαν μεγάλη αδυναμία ο ένας στον άλλον. Συνωμοτούσαν για να πειράξουν τη γιαγιά, που μάλλον το καταλάβαινε, αλλά ποτέ δεν ήταν εντελώς σίγουρη, ΄κάθονταν πάντα δίπλα δίπλα στο τραπέζι, πήγαιναν για ψάρεμα, οργάνωναν εξορμήσεις στο κοντινό δάσος, όπου ο παππούς του μάθαινε τις ονομασίες όλων εκείνων των δέντρων και των φυτών που έβλεπαν στο δρόμο τους, τα πουλιά, που του μάθαινε να τα ξεχωρίζει από το κελάϊδισμά τους και τα καλοκαίρια, που οι βραδιές ήταν γλυκιές, έβγαιναν στο ξέφωτο και του μάθαινε να ξεχωρίζει τα αστέρια! Ναι, ο παππούς του ήταν σοφός! Κάποιες ελάχιστες φορές είχαν δει ελαφάκια, που έτρεχαν τα καημενα να κρυφτουν φοβισμένα. Πού νά 'ξεραν ότι ο παππούς είχε πάντα στις τσέπες του φρέσκιες φλούδες δέντρων για να τα κεράσει! Άλλες φορές, έκαναν τη βόλτα τους στις όχθες του ποταμού, με την πλούσια βλάστηση και τα ατέλειωτα βατραχάκια, που δεινοπαθούσαν από την περιέργεια του Χρήστου..
    Με αυτές τις σκέψεις έφτασε γρήγορα στην εξώπορτα. Χτύπησε το κουδούνι και στο κατώφλι εμφανίστηκε χαμογελαστή η μητέρα του. Μπαίνοντας στο σπίτι οι μυρωδιές από τα φαγητά τον διέκοψαν ευχάριστα.. 
    Η μητέρα του, μια γυναίκα γύρω στα 40, μοναχοκόρη, είχε ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη της, παρά το ότι είχε χάσει τους γονείς της όταν ήταν μικρή. Πάντα ευγενική και πρόσχαρη, ήταν αφοσιωμένη στην οικογένειά της. Φρόντιζε το σπίτι να είναι πάντα καθαρό και όμορφο, φρόντιζε για την σωστή ανάπτυξη του Χρήστου, τη διαπαιδαγώγησή του, τους ηλικιωμένους γονείς του συζύγου της και όλα αυτά εντελώς αδιαμαρτύρητα. Είχε πολλή αγάπη μέσα της για όλους. 
    Βέβαια, είχε πάντα και την υποστήριξη του πατέρα, ο οποίος όταν δεν ασχολούνταν με την κτηνοτροφική μονάδα ή τα κτήματα, δεν έχανε ευκαιρία να βοηθάει τόσο στο σπίτι, όσο και στη μελέτη του. Η μόνιμη φράση προς την γυναίκα του ήταν "πάλι κουράστηκες για μας”. Ήταν περήφανος για τους γονείς του ο Χρήστος, και προσπαθούσε να μην τους κουράζει, αν και σαν μοναχογιός, τα βλέμματα όλων ήταν στραμμένα πάνω του. 
    Αφού ενημέρωσε τη μητέρα του για το σχολείο, ο Χρήστος κατευθύνθηκε στο σπίτι του παππού, ακριβώς δίπλα στο δικό τους. Οι ρυτίδες του προσώπου του, που δείχνουν πόσο έχει μοχθήσει στη ζωή του, έχουν βαρύνει πολύ τελευταια.. Κάθισε κοντά του… 
    Του αρέσουν τόσο πολύ οι διηγήσεις του από το παρελθόν!. Τότε, που ο παππούς πήγαινε για ψάρεμα μαζί με τον μπαμπά και το θείο, και παράβγαιναν στο ποιος θα πιάσει τα περισσότερα ψάρια. Και σήμερα ο παππούς πάλι την ίδια ιστορία του είπε. Του λείπει ο μεγάλος του γιός, που εδώ και χρόνια έριξε μαύρη πέτρα πίσω του και έφυγε για το εξωτερικό. Τέτοιες γιορτινές μέρες, η απουσία του είναι ακόμα πιο έντονη.. 
    Επιστρέφοντας στο σπίτι δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του τα λόγια του παππού. Στριφογύριζε ξανά και ξανά η ίδια σκέψη, πώς θα μπορούσε να κάνει το παππού χαρούμενο φέρνοντας πίσω τον ξενιτεμένο θείο. 
    Ας ξαπλώσω, σκέφτηκε, γιατί αύριο ποιος ακούει την μητέρα που δεν θα σηκώνομαι από το κρεβάτι. Άσε που αύριο θα ερχόταν και η αγαπημένη του γιαγιά για να βοηθήσει την μητέρα του στις ετοιμασίες και ήταν ξετρελαμένος με την ιδέα. 
    Όλο το πρωινό η σκέψη του ήταν αλλού, ούτε που άκουγε την καημένη τη δασκάλα. Πού μυαλό για μαθηματικά και ιστορία! αυτή η προσμονή της ημέρας των Χριστουγέννων τον είχε ξεσηκώσει. Δεν έβλεπε την ώρα να χτυπήσει το κουδούνι και να πάει σπίτι, όπου ανυπομονούσε να γίνει ο μικρός βοηθός της γιαγιάς του στην ζαχαροπλαστική. 
     Ο μικρός Χρήστος είχε μόλις γυρίσει από το σχολείο στο σπίτι ενθουσιασμενος, χαρούμενος που έρχονταν τα Χριστούγεννα και φυσικά η ονομαστική του εορτή. Το πρωί του έχει υποσχεθεί η γιαγιά του να έρθει στο σπίτι να φτιάξουν γιορτινά γλυκά, κουραμπιέδες, μελομακάρονα και μπισκότα κανέλας ώστε να είναι έτοιμα μέχρι το γιορτινό τραπέζι. Ήταν μια παράδοση, που είχαν καθιερώσει με τη γιαγιά του, από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Προτού να έρθει η γιαγιά στο σπίτι, έπρεπε να ετοιμάσει τα πράγματα του για την Παραμονή των Χριστουγέννων, που θα πήγαινε να πει τα κάλαντα με τον καλύτερο του φίλο, το Γιώργο και τη μητέρα του. Και να, τώρα ήταν εκεί, στο σπίτι μαζί με τον πολυαγαπημένο του παππού. H γιαγιά ανασηκώθηκε από τη βαριά, ζεστή πολυθρόνα που βρίσκονταν κοντά στην ξυλόσομπα και σιγοπάτησε ώς την άκρη του σαλονιού. 
    Εκεί στο βαρύ, δρύινο έπιπλο που ήταν τοποθετημένο, δίπλα στο μεγάλο παράθυρο του σαλονιού, βρίσκονταν μια σειρά από παλιακές κορνίζες. Ο μικρός Χρήστος, που μέχρι εκείνη την ώρα βούλιαζε στον καναπέ χαζεύοντας το άπειρο, πρόσεξε ότι τα ροζιασμένα χέρια της γιαγιας ψηλάφησαν μία από αυτές και αφού πρώτα, την περιεργάστηκε για αρκετή ώρα, χωρίς να φανερώνει κάποιο συναίσθημα, δάκρυσε. Έπειτα, σήκωσε την κορνίζα και έφερε κοντά στα μάτια της τη φωτογραφία. Πάντοτε λαχταρούσε και δεν χόρταινε να ακούει τις διάφορες ιστορίες που του εξιστορούσε η γιαγιά του. Αλλες φορές μέσα από τα γεγονότα που περιγράφει η Καινή Διαθήκη και άλλοτε από τα παλιά χρόνια, τότε που εκείνη ήταν νέα γυναίκα και ο πατέρας του μικρό παιδί στη ηλικία του μικρού Χρήστου. Του εξιστορούσε με όσο μεγαλύτερη ανάλυση μπορούσε τα γεγονότα που έλαβαν χώρα την εποχή που γεννήθηκε ο Θεάνθρωπος Χριστός μέσα σε ένα σπήλαιο σε μια φάτνη κάπου στην Βηθλεεμ της Ιουδαίας. 
    Η γιαγιά, πάντοτε, προσπαθούσε να του μεταφέρει πόσο όμορφα βίωναν σαν οικογένεια εκείνες τις άγιες ημέρες περιμένοντας τα Χριστούγεννα. Τα παιδιά της, ο πατέρας του μικρού Χρήστου και ο αδέλφός του, την βοηθούσαν με πολύ μεγάλη χαρά προκειμένου να τους προετοιμάσει τα αγαπημένα τους μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες. Την παραμονή, από τα ξημερώματα μέχρι αργά το μεσημέρι, ηχούσαν τα τριγωνάκια των παιδιών, που έλεγαν τα κάλαντα. Την ημέρα των Χριστουγέννων τα πάντα για το εορταστικό τραπέζι ήταν έτοιμα από το προηγούμενο βράδυ. Γιατι πέρα από την μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης, ήταν και η ημέρα που όπως είπαμε παραπάνω, ο παππούς και ο μικρός Χρήστος είχαν την ονομαστική τους γιορτή. 
    Το πρωί στις τέσσερις, πριν ακόμα να ξημερώσει η ημέρα των Χριστουγέννων, ξεκινούσαν όλη η οικογένεια μαζί προκειμένου να παραβρεθούν στην στη θεία λειτουργία, στην εκκλησία του χωριού τους και να εορτάσουν μαζί με όλους τους συγχωριανούς τους, το ελπιδοφόρο μήνυμα της έλευσης του Θεανθρώπου στη γη. Και εκεί που τον κατέκλυζαν αυτές οι αναμνήσεις ανασήκωσε το βλέμμα του και απορημένος ρώτησε: “γιαγιά, τι έχεις; κλαις;” 
    Η γυναίκα έσπευσε να σκουπίσει τα μάτια της, “Όχι μικρούλη μου, γιατί να κλαίω, σάμπως δεν είμαι χαρούμενη που είμαι μαζί με το εγγόνι μου; Τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω; Και τότε ο μικρός την ρώτησε: '' Γιαγιά; Ποια επιθυμία σου θα ήθελες να γίνει πραγματικότητα αυτά τα Χριστούγεννα; Εκείνη δεν του απάντησε με ειλικρίνεια, διότι δεν ήθελε να τον στενοχωρήσει πάρα μόνο του είπε:" αυτό που θα ήθελα αυτά τα Χριστούγεννα είναι να έχω την υγεία μου και τίποτα άλλο". Ο μικρός δεν την πολυπίστεψε, γιατί εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε ότι όταν αναφερόταν στο Νίκο, τον μεγαλύτερο αδελφό του πατέρα του, ένα δάκρυ πάντοτε κυλούσε από τα μάτια της.Τα χρόνια είχαν περάσει και η γιαγια πλέον βρισκόταν σε πολύ μεγάλη ηλικία. Ο μεγάλος της γιος, ο Νίκος, ζούσε με την οικογένειά του στο εξωτερικό και είχε πολλά χρόνια να τον συναντήσει από κοντά, καθώς μία διαφωνία με τον πατέρα του μικρού Χρήστου είχε δημιουργήσει διάσταση ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Ο μικρός Χρήστος δεν είχε γνωρίσει ποτέ από κοντά τον θείο Νίκο και τα ξαδέρφια του και η γιαγιά πέρα από τη μεγάλη της ηλικία είχε και πολλά προβλήματα υγείας. Ο μικρός Χρήστος άκουγε σε συζητήσεις ότι η αγαπημένη του γιαγιά επιθυμούσε διακαώς να δει το παιδί της τον Νίκο πριν φύγει από αυτή τη ζωή. Λυπόταν πολύ που έβλεπε τη γιαγιά του να δακρύζει συνεχώς κρατώντας στα χέρια της την φωτογραφία του γιου της. 
    Την παραμονή των Χριστουγέννων επιστρέφοντας από τα κάλαντα, με το φίλο του το Γιώργο, πέρασε έξω από τον Ναό του χωριού που ήταν αφιερωμένος στην Υπεραγία Θεοτόκο. Άνοιξε, προσεκτικά, την πόρτα και μπήκε στο ναό. Κοιταξε γύρω του, χωρίς να αντιληφθεί τον ιερέα του ναού που εκείνη τη στιγμή ήταν μέσα στο ιερό. Προχώρησε σιγά σιγά, σαν να πρόσεχε να μην κάνει θόρυβο και βρέθηκε μπροστά στο προσκυνητάρι της Παναγίας. Σταύρωσε τα χέρια του και κοιτώντας με λαχτάρα την εικόνα της Παναγίας που ο αγιογράφος την παριστά να στέκεται πάνω από την χερσόνησο του Αγίου Όρους, άρχισε να προσεύχεται. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του και έπειτα άρχισε να λέει: 
    “Παναγία μου, εσύ που γέννησες τον Χριστό μας και είσαι και εσύ μανούλα, παρακάλεσε Τον να φέρει το θείο Νίκο στην Ελλάδα, για να δει τη γιαγιά και τον παππού μου.” 
    Εκείνη τη στιγμή ένιωσε μέσα του έντονα ότι η προσευχή του στην Παναγία εισακούστηκε. Ο Ιερέας που άκουσε τη προσευχή του μικρού βγήκε έξω από το ιερό, για να δει ποιο παιδί ακούγεται να μιλάει στη Παναγία. “Χρήστο παιδί μου εσύ είσαι;” του λέει ο γέροντας ιερέας. Ναι πάτερ μου του λέει ο μικρός, επιστρέφω στο σπίτι μου από τα κάλαντα!. Περίμενε λιγάκι, του λέει, να έρθω από κοντά και αφού τον χάιδεψε στο κεφάλι, του έδωσε ένα κεράκι να το ανάψει στο μανουάλι που βρίσκεται ακριβώς δίπλα από την εικόνα της Παναγίας. Όταν πια είπε στο Θεό ό,τι είχε να πει και τα δάκρυα στέρεψαν και αφού άναψε το κεράκι που του έδωσε ο πατήρ Ιλαρίων, ο εφημέριος του χωριού, κίνησε κατά την έξοδο για να γυρίσει στο σπίτι του, που ήταν δεκαπέντε μέτρα από εκεί. 
    Κατά την επιστροφή του, στρίβοντας στο σοκάκι, θυμήθηκε το τριγωνάκι του που ειχε ξεχάσει στην εκκλησία και γύρισε για να το πάρει. Το χιόνι είχε αρχίσει να πέφτει πυκνό και το κρύο ήταν τσουχτερό. Μια γυναικεία φιγούρα, που έμοιαζε με μια γερόντισσα, μαυροντυμένη, ζητιάνα, άρχισε να προβάλλει έντονα μέσα από τις πυκνές νιφάδες του χιονιού. “Χρήστο, παιδί μου, έλα λίγο εδώ, ακούει να τον φωνάζει η άγνωστη γυναίκα που στεκόταν στα σκαλοπάτια έξω από την κεντρική είσοδο του ναού. Ο μικρός Χρήστος κινείται απορημένος προς το μέρος της.”Χρόνια πολλά, με φωνάξατε;” της λεει διστακτικά. “Ναι Χρήστο ήρθα σήμερα να σου πω ότι φέτος τα Χριστούγεννα θα πραγματοποιηθούν οι προσευχές σου. Ξέρεις τι μέρα είναι αύριο;”, τον ρώτησε. “Ναι! Χριστούγεννα!”, απάντησε εκείνος με ενθουσιασμό και η διστακτικότητά του έφυγε μεμιάς. Κάτι πάνω σε αυτήν την γυναίκα τον έκανε να την εμπιστευτεί “ Τότε λοιπόν θα ξέρεις ότι αυτές τις μέρες γίνονται θαύματα! Σωστά;” “Θαύματα;” ρώτησε το παιδί σαστισμένο. “Ναι, θαύματα, αφού και η γέννηση του Χριστού είναι από τα μεγαλύτερα θαύματα, δεν το ξερες;”. Ο Χρήστος απάντησε κάτι αόριστο, νεύοντας με το κεφάλι του. “ Ναι! Είναι ο Θεός των θαυμάτων και ακούει τις προσευχές όσων των επικαλούνται με πίστη!” “Τι;... τι εννοείτε;” ανταπάντησε το παιδί. “ Θα δεις”, συμπλήρωσε εκείνη δείχνοντας κατά το πατρικό σπίτι του μικρού. Ο μικρός Χρήστος πήρε το τριγωνάκι του και ξεκίνησε και πάλι για τον προορισμό του. Διαπίστωσε πώς η μυστηριώδης γυναίκα δεν ήταν πια εκεί. Και εκείνη τη στιγμή φωτίστηκε η μνήμη του και θυμήθηκε, την είχε δει αυτή τη γυναίκα, όχι στο χωριό, αλλά στην εκκλησία και το εικονοστάσι της μάνας του! Στις εικόνες που απεικόνιζαν την Παναγία. Κι ύστερα γεμάτος ενθουσιασμό άρχισε να τρέχει προς το σπίτι του με ένα χαμόγελο, που δεν έλεγε να σβήσει από τα χείλη του. 
    Όταν ο Χρήστος γύρισε από
τα κάλαντα, οι ετοιμασίες για το τραπέζι των Χριστουγέννων είχαν ξεκινήσει. Άλλωστε στο σπίτι τα Χριστούγεννα ήταν τριπλή γιορτή, καθώς εκτός από τη γέννηση του θείου βρέφους, ήταν η ονομαστική εορτή του μικρού παιδιού και του παππού του. Αυτό είχε ως συνέπεια, το σπίτι να είναι ανοιχτό για τον κόσμο εκείνη την ημέρα. Έτσι, από νωρίς την παραμονή, η μητέρα και η γιαγιά προετοίμαζαν το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, έβγαλαν το γιορτινό τραπεζομάντηλο, το καλό σερβίτσιο της γιαγιάς από τη σερβάντα και τα ασημένια μαχαιροπήρουνα. 
    Ο πατέρας, κατά την προετοιμασία, ήταν υπεύθυνος για τις αγορές: το κρέας, τα δώρα, να υπάρχουν αρκετά ξύλα για το τζάκι και τον ξυλόφουρνο. Στον παππού είχαν αναθέσει το πιο δύσκολο έργο, το οποίο ήταν να κρατά το Χρήστο μακριά από τα πόδια τους. Ο πολυμήχανος παππούς σκαρφίζονταν χίλιους δυο τρόπους προκειμένου να τον κρατά απασχολημένο. Στο αγόρι όμως άρεσε περισσότερο να του διηγείται ιστορίες, τότε μόνο ησύχαζε πραγματικά και τον άκουγε με μια ευλαβική προσήλωση. Πάντα κάθε παραμονή Χριστουγέννων συνήθιζε να του αφηγείται την ιστορία της γέννησης του Χριστού και να λάμπει το πρόσωπό του, καθώς περιέγραφε την ιερή οικογένεια με το θείο βρέφος. Του εξηγούσε, ότι ο ερχομός του Χριστού έγινε με σκοπό να ενωθούν και να μονιάσουν όλοι οι άνθρωποι. 
    Σε αυτές τις αφηγήσεις του παππού, ο Χρήστος, μπορούσε να διακρίνει μια στεναχώρια στον τόνο της φωνής του και μια θλίψη στα μάτια του. Ίσως επειδή τις ίδιες ιστορίες έλεγε, πριν από χρόνια, στον πατέρα και το θείο του, χωρίς όμως τελικά να καταφέρουν να τους κρατήσουν ενωμένους. Εκείνη την παραμονή, καθώς μιλούσε ο παππούς, το παιδί σκέφτονταν συνεχώς, πόσο ωραίο θα ήταν να εισακουστεί η προσευχή του και πόσο χαρούμενο θα έκανε τον παππού Χρήστο αυτό. 
    Πριν προλάβει ο παππούς να τελειώσει την ιστορία του και ο μικρός τη σκέψη του, το τηλέφωνο χτύπησε απροσδόκητα, διακόπτοντας κάθε άλλη δραστηριότητα. Έτρεξε να το σηκώσει, σαν μικρότερος που ήταν, όπως του έλεγαν συχνά και δεν του άρεσε καθόλου. 
    Μόλις σήκωσε το ακουστικό, άκουσε στην άλλη άκρη της γραμμής μια άγνωστη, ανδρική, μπάσα φωνή να του εύχεται "Χρόνια πολλά, Καλά Χριστούγεννα". 
    Ο Χρήστος απάντησε ευγενικά Χρόνια Πολλά και ρώτησε γεμάτος περιέργεια: ποιος είναι; 
    Ο άνδρας του απάντησε πως είναι ο θείος του και πως πήρε να ευχηθεί, ρωτώντας στη συνέχεια αν είναι όλοι καλά στο σπίτι. 
     Το αγόρι απάντησε ότι είναι όλοι καλά και πως ετοιμάζονται για την αυριανή γιορτή και τον ρώτησε με τη σειρά του, αν και αυτός έχει ετοιμαστεί για αύριο. Εκείνος του απάντησε με συγκίνηση, πως δεν είχε ετοιμάσει κάτι και πως αν ήταν ευπρόσδεκτος θα ήθελε να έρθει να γιορτάσει μαζί τους. 
     Ο Χρήστος τότε, με την πεποίθηση πλέον πως η προσευχή του είχε εισακουστεί και πως η γυναίκα που είχε δει νωρίτερα έξω από το ναό του είπε την αλήθεια, του είπε με βεβαιότητα πως είναι ευπρόσδεκτος και ότι θα ήθελαν πολύ να έρθει. 
    Στη συνέχεια ο θείος Νίκος ρώτησε αν βρίσκεται κανένας μεγάλος στο σπίτι. Για να του πει λεπτομερώς το αγόρι πως είναι όλοι εκεί, πως ο πατέρας κόβει ξύλα στην χιονισμένη αυλή, η μητέρα του με τη γιαγιά φτιάχνουν γλυκά και ο παππούς του διηγείται ιστορίες στο καθιστικό. 
    Τότε, ο θείος του ζήτησε να μιλήσει στον παππού και εκείνος έτρεξε γεμάτος χαρά να τον φωνάξει. 
    Ο παππούς μετά από μια σύντομη, αλλά γεμάτη συναισθηματική φόρτιση συζήτηση, έκλεισε το ακουστικό και πήγε να βρει τον πατέρα του παιδιού. Αφού συγκεντρώθηκε ολόκληρη η οικογένεια στο καθιστικό, ο παππούς τους ανακοίνωσε με τρεμάμενη φωνή πως ο θείος Νίκος θα έρχονταν με την οικογένειά του, να φάει μαζί τους τα Χριστούγεννα. 
    Στη συνέχεια, το αγόρι παρατήρησε ένα μουδιασμένο βλέμμα από τον πατέρα του, το οποίο όμως εξαφανίστηκε γρήγορα βλέποντας τη χαρά στα πρόσωπα των υπολοίπων. 
    Το επόμενο πρωινό ξυπνήσανε όλοι πολύ πρωί, φόρεσαν τα γιορτινά τους και ξεκίνησαν για την εκκλησία του χωριού. Σε όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, ο Χρήστος ένιωθε μια απέραντη ευγνωμοσύνη, καθώς η προσευχή του είχε πραγματοποιηθεί. Είχε μέσα του ένα αίσθημα ευλογίας, αφού ένιωθε πως όχι μόνο ο Χριστός τον ακούει, αλλά αισθάνεται και αγάπη προς το πρόσωπό του. Κοίταζε την εικόνα της Παναγίας και ήταν όλο και πιο σίγουρος ότι την είχε συναντήσει έξω από το ναό. 
    Στο σπίτι με το φαγητό να είναι σχεδόν έτοιμο, όλα μοσχοβολούσαν και ο αέρας ήταν γεμάτος από χριστουγεννιάτικες μυρωδιές. Ολόκληρη η οικογένεια ήταν ντυμένη με τα καλύτερα ρούχα και υπήρχε μια αμηχανία και μια αγωνία στην ατμόσφαιρα, προσμένοντας το θείο Νίκο, τη θεία και κυρίως τα ξαδερφάκια. Επιτέλους θα γνώριζε και ο Χρήστος τα ξαδέλφια του και δεν θα ήταν πια το μοναδικό παιδί του χωριού, χωρίς ξαδέλφια. Ανυπομονούσε να παίξει μαζί τους, να τους δείξει τα παιχνίδια του, αλλά κυρίως ανυπομονούσε να διηγηθεί στους φίλους του στο σχολείο, το ποσό όμορφα Χριστούγεννα πέρασε με τα ξαδέρφια του. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι και έτρεξε όλος λαχτάρα να ανοίξει την πόρτα. 
    Ανοίγοντας την πόρτα αντίκρισε μπροστά του ένα τεράστιο κουτί με χριστουγεννιάτικο περιτύλιγμα, το οποίο ήταν το δώρο του θείου του για εκείνον. Αφού ευχήθηκε στο παιδί “Καλά Χριστούγεννα” του έδωσε το δώρο και πέρασαν μέσα στο σαλόνι, όπου καθόταν η υπόλοιπη οικογένεια. Τότε, όλοι συγκινημένοι αντάλλαξαν ευχές και στη συνέχεια κάθισαν στο γιορτινό τραπέζι. Ανυπομονούσε να ξεναγήσει τα ξαδέρφια του στο σπίτι και να παίξουν για πρώτη φορά μαζί. 
    Το τραπέζι κράτησε εως αργά το βράδυ, καθώς όλοι μας μιλούσαν ασταμάτητα. Εξάλλου είχαν να βρεθούν όλοι μαζί, πολλά χρόνια και για τον Χρήστο ήταν τα πρώτα Χριστούγεννα με όλη την οικογένεια. Αυτές οι μέρες όπως του έλεγε ο παππούς ήταν Άγιες και θαυματουργές και το μικρό αγόρι διαπίστωσε πως είχε όντως δίκιο, διότι μαζί με το θαύμα της Ενανθρωπίσεως του Θεού, συντελέστηκε και ένα μικρότερο θαύμα, αυτό της επανένωσης μιας οικογένειας. Ο Χρήστος ήταν τόσο χαρούμενος και ευτυχισμένος, που πραγματοποιήθηκε η προσευχή του. Κοιτάζοντας στη φάτνη του χριστουγεννιάτικου δέντρου το Θείο Βρέφος, αποφάσισε να κάνει μια ακόμα ευχή. Έκλεισε τα μάτια του ένωσε τα χεράκια του και είπε από μέσα του 
    "Ευχή μου είναι κάθε Χριστούγεννα να πραγματοποιούνται οι ευχές όλων των παιδιών". 
 

Αναστασοπούλου Βασιλική:1231201800307    Κωστής Ευάγγελος: 1231201900307

Κούγκουλος Στέργιος :1231201900298    Μανούσης Χρήστος: : 1231201900323 

Εμμανουέλα Φουσέκα: 1231201900259    Θάνου Δήμητρα:123120170 0300 

Καραγιάννη Αναστασία:1231199904180    Παναγιώτης Κάρδαρης: 1231200020059 

Γκαϊέντ Μαρίνα: 1231201900040              Ευαγγελία Ζυγούρη: 1231201900065

Μαλαματένια Τσέλιου 1231201900250    Λαμπιδώνης Ευσταθιος 1231201900116 

 Γιώργος Παπαδάκης:1231201900185

Οικογενειακά Χριστούγεννα

     O Χρήστος άρχισε να κατεβαίνει χαρούμενος το δρόμο προς το σπίτι. Το σχολείο είχε τελειώσει μια ώρα νωρίτερα και γύριζε μόνος α...